ΜΝΗΜΗ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΑΚΙΣΛΟΓΛΟΥ
«Μόνο πότε θα πεθάνω δεν ξέρω…», έλεγε κάθε φορά που είχε δίκιο σε ένα θέμα. Και πράγματι αυτό δεν το ήξερε, ούτε καν το υποπτεύονταν γι αυτό και μας αιφνιδίασε όλους ο ξαφνικός θάνατός του από έμφραγμα πριν από ακριβώς τριάντα χρόνια, μια μέρα σαν τη σημερινή, 15 Οκτωβρίου του 1996.
Ήταν 56 χρόνων. Περίπου όσο είμαι εγώ τώρα κι εγώ ήμουν 21, ακριβώς όσο είναι σήμερα ο μεσαίος μας γιος, ο Στράτος, που πήρε το όνομά του κι όλα του τα χαρίσματα.
Το σκεφτόμουν καιρό αυτό το κείμενο. Δεν είναι το πρώτο για τον πατέρα μου και νομίζω δε θα είναι ούτε το τελευταίο. Η απώλειά του υπήρξε η καθοριστικότερη στιγμή στη ζωή μου και η σημαντικότερη «μυστική περιουσία» για να προχωρήσω, «να κάνω καφέ κι όχι να αυτοκτονήσω», όπως θα έλεγε κι ο Αλμπέρ Καμί. Ενας θάνατος - «κληρονομιά», άλλοτε ως ενεργοποίηση του αισθήματος αυτοσυντήρησης κι άλλοτε ως υπενθύμιση θνητότητας.
Το σκεφτόμουν καιρό αυτό το κείμενο. Ειδικά τους τελευταίους μήνες που παρακολουθώ τα δύο συνεταιράκια μου, τον Γιάννη και τον Τόλη, να φροντίζουν με ευλάβεια, αυταπάρνηση και θρησκευτική τελετουργία τον πατέρα τους τον κυρ Κώστα που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Στενοχωριούνται, συντρίβονται που βλέπουν τον γονιό τους να πέφτει σε ανημπόρια αλλά αγνοούν πόσο σπουδαίο είναι που τον έζησαν δεκαετίες και δεκαετίες «ζωντανό», που του γνώρισαν την οικογένειά τους και του έδειξαν πόσα πολλά πράγματα κατάφεραν, ενήλικες πια… Αγνοούν και πόσο λυτρωτικό είναι που μπορούν και επιστρέφουν στον πατέρα τους λίγη από την στοργή που έλαβαν. Μακάρι να μπορούσαμε όλοι να το κάνουμε αυτό στους γονείς μας και να το έκανα κι εγώ στον κυρ Στράτο που πρόλαβε και μου είπε όλες μα όλες τις λεπτομέρειες της δικής του ζωής, από την φτώχεια και την εξαθλίωση στην οποία γεννήθηκε μέχρι το σχολείο που παράτησε, τις δουλειές του στα Λαδάδικα, τα τουρσιά, τα τυροκομεία και το δισκάδικο στην Ευκαρπία.
Δυστυχώς ο πατέρας «μόνο πότε θα πεθάνει δεν ήξερε…». Όλα τα υπόλοιπα, στα παιδικά μάτια μου τουλάχιστον, τα ήξερε, τα είχε ζήσει. Τί θυμάμαι απ’ αυτόν; Ότι χαμογελούσε πάντα, ότι ήθελε να σε ακουμπάει κι ότι του άρεσαν τα άσπρα φανελάκια, η ρετσίνα και η κόκα κόλα. Θυμάμαι ότι πληρώνονταν πάντα κάθε Παρασκευή, άφηνε όλα του τα λεφτά στο ντουλάπι της κουζίνας και η μάνα μου του ξεχώριζε κάποια λίγα για την βενζίνη της εβδομάδας. Θυμάμαι πως κάθε Κυριακή έψηνε ντομάτες και από μπριζόλες μόνο μοσχαρίσιες. Θυμάμαι το πράσινο FIAT 128 κι ότι κάποτε το πήρα κρυφά, το τράκαρα μπροστά στα μάτια του κι αυτός δεν μου είπε τίποτα απολύτως, ούτε τότε, ούτε όταν ξέχασα την ταυτότητα εξεταζόμενου μέσα στο αμάξι και πήγα μόνο με το στυλό να δώσω πανελλήνιες. Τις Κυριακές έβγαινε από νωρίς στην αυλή κι όταν τελείωνε η εκκλησία έκανε διάλειμμα για καφέ. Θυμάμαι τις κόκκινες τριανταφυλλιές του, τις ντοματιές και τα δύο πεύκα που του θύμιζαν το μπατζανάκη του τον Γιώργο που είχε πεθάνει νέος πριν τον γνωρίσουμε εμείς.
Θυμάμαι ακόμα τα γλέντια μας κάθε Πάσχα στην αυλή, τον σκύλο του τον Ρούμπι που του τον έκλεψαν στο βουνό γιατί ήταν το καλύτερο γκριφόν της Ευκαρπίας. Θυμάμαι τα απογεύματα στο δισκοπωλείο μας στον κεντρικό δρόμο του χωριού όπου οι καλύτερες πελάτισσες τού μιλούσαν στα τούρκικα κι αυτός καμάρωνε που ήξερε να απαντήσει. Θυμάμαι πόσο πολύ έμοιαζε με τον Στράτο Διονυσίου αλλά και με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Ειδικά στις ρυτίδες του μετώπου και στο σκάψιμο του προσώπου του. Θυμάμαι μια μέρα στο δισκοπωλείο του Βεργιάδη που του σύστησαν την Αντζελα Δημητρίου κι αυτή τού υπέγραψε το πρώτο της άλμπουμ. Από τότε η Αντζελα μου θυμίζει πάντα τον μπαμπά μου, όπως και ο Κοντολάζος, η Δούκισσα και η Λίτσα Διαμάντη που ακούγαμε στα περιφερειακά κέντρα διασκέδασης όταν έκανε χορό η Νίκη Ευκαρπίας, ο Εμπορικός Σύλλογος Επταλόφου ή ο Σύλλογος Ζαχαροπλαστών Θεσσαλονίκης. Θυμάμαι τα γράμματα του πάνω στα χαρτιά παραγγελίας για τις κασέτες που έγραφε: ΛΑΙΚΑ ΔΙΑΦΟΡΑ και ΞΕΝΑ και ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ‘86 αλλά και στους δίσκους του όπου έβαζε αυτοκόλλητα και έγραφε με ορνιθοσκαλίσματα: δρχ 600 ή 800… «Γιατί τους χαρίζεις τους δίσκους σας ρε μαλάκα; Αυτά κοστίζουν στα παλαιοπωλεία. Κάποια βινύλια είναι και σπάνια», μου λένε καμιά φορά στο Σάρωθρον. «Γιατί είναι του γέρου μου», τους λέω και μάλλον δεν καταλαβαίνουν τί εννοώ γιατί ούτε κι εγώ καταλαβαίνω, απλώς μου βγαίνει και το κάνω.
Θυμάμαι, όμως και κάτι ακόμα από τον κυρ Στράτο, πολύ πιο πρόσφατο και καθοριστικό. Έγινε πριν λίγα χρόνια στα κοιμητήρια του χωριού. Εγώ εκεί δεν πάω συχνά. Σε αντίθεση με τα παιδικά μου χρόνια όπου έβλεπα τους τάφους σαν «εφημερίδες» και διάβαζα τα πάντα μαθαίνοντας πληροφορίες για όλη την Ευκαρπία, μετά το θάνατο του μπαμπά μου έβγαλα μια άρνηση. Κληθήκαμε, λοιπόν, σαν οικογένεια να κάνουμε εκταφή των οστών. Τυπική υπόθεση. Κλασική. Στην υπόλοιπη πόλη συμβαίνει στα τρία χρόνια κι έχουμε ζήσει πολλές διηγήσεις φίλων που το έκαναν για τους συγγενείς τους. Εμείς ήμασταν και τυχεροί. Εδώ στο χωριό οι τάφοι μένουν για δεκαετίες. Πίστευα ότι θα είναι κάτι απλό. Αλλά δεν ήταν. Ηταν κάτι δυσκολότερο και ρεαλιστικότερο κι από την ίδια την ταφή του Κυρ Στράτου το 1996. Ήταν η στιγμή που με την αδελφή μου και τη μάνα μας συνειδητοποιήσαμε «τί απέμεινε» από ένα σώμα και μια ψυχή που για 56 χρόνια δεν πείραξε ούτε μυρμήγκι μοιράζοντας χαμόγελα και καλοσύνη. Ο άνθρωπος που μας είχε γεννήσει ήταν πια ένα «ιερό κειμήλιο» τυλιγμένο σε μια μωβ βελούδινη μαξιλαροθήκη που μύριζε κρασί και σκόνη και θυμίαμα. Έκλαψα διπλά γιατί στην κηδεία του δεν μου είχε βγει ούτε δάκρυ.
Ο πατέρας μου είχε πολλούς φίλους αλλά δύο ήταν κάπως πιο αγαπημένοι λόγω των δύσκολων παιδικών τους χρόνων. Και οι δύο ζουν και κουβαλούν πάνω τους και κάτι από την αύρα του κολλητού τους. Ο ένας είναι ο Στέφανος και περνάει σχεδόν κάθε πρωί έξω από το σπίτι μας με ένα άδειο καρότσι. Είναι πάντα βιαστικός και κοιτάει μπροστά. Ο άλλος είναι ο Μιχάλης που μένει στον ίδιο δρόμο με μας, χαμηλά, πριν τον περιφερειακό. Αυτός δεν περπατά πια αλλά κάθεται στην αυλή του κι όταν περνάω τον συλλαμβάνω με την άκρη του ματιού μου να κοιτάει κι αυτός μπροστά. Τί διάολο είναι αυτό το «μπροστά»;
Χθες βράδυ ήμουν στην κάτω Τούμπα, στο στούντιο του Παπάζογλου που τώρα είναι η Μικρή Σκηνή. Εκεί, στην παρουσίαση του διπλού βινυλίου με τραγούδια από μια σπάνια ζωντανή ηχογράφηση συναυλίας του Παπάζη στο θέατρο Δάσους, η Αναστασία Γρηγοριάδου θυμήθηκε μια κουβέντα του τραγουδοποιού που μου έκανε εντύπωση. «Για τους πρόσφυγες», έλεγε ο Παπάζογλου, «δεν υπάρχει πίσω. Μόνο μπροστά». Πάλι στο νου μου ήρθε ο κυρ Στράτος με τον τυφλό πατέρα του που δεν μπορούσε να δουλέψει κι έτσι έστειλε το γιο του στη δουλειά από τα 11. «Μόνο μπροστά κι ούτε ματιά πίσω», λες και είμαστε σε ένα ποτάμι που, όπως λέει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου: «οδηγεί στη μεγάλη, ατελεύτητη θάλασσα…». Μετά από λίγο ήρθε δίπλα μου ο Τιμολέων Τιραμόλας. Μου χτυπάει την πλάτη και τί μου λέει; «Είμαι μπροστά αριστερά με τον πατέρα μου». Του λέω «είσαι πολύ τυχερός. Πάρα πολύ τυχερός»

Σχόλια