Από το lifo.gr/ Μίνα Καλογερά / Εικονογράφηση: Λουκία / LIFO
Τεμπελιά ή έλλειψη χρόνου; Πώς το ντελίβερι άλλαξε τις διατροφικές μας συνήθειες, τι ρόλο έπαιξε η πανδημία στην καθιέρωσή του, τι παραγγέλνουμε εκτός από φαγητό και τι αποκαλύπτει για τον σύγχρονο τρόπο ζωής.
Για πολύ καιρό η μαγειρική δεν υπήρχε στη ρουτίνα μου. Όχι επειδή είχα κάποιο θέμα με το σπιτικό φαγητό, ίσα ίσα. Απλώς η ζωή μου ήταν έτσι οργανωμένη που η μαγειρική δεν θα μπορούσε να γίνει κομμάτι της. Είχα μια μικροσκοπική, ανήλιαγη κουζίνα, ένα παλαβό πρόγραμμα, ένα βιαστικό και λαίμαργο μάτι και, ακόμα χειρότερα, δεν είχα καν κανονικό φούρνο.
Για χρόνια οι βασικές συσκευές στην κουζίνα μου ήταν ένα air fryer και ένας φούρνος μικροκυμάτων. Εκεί πετούσα τα «γκοτζίλα» γεύματα που ετοίμαζε η μάνα μου στο Αγρίνιο και μου έστελνε με ταξί, σε ειδικές συσκευασίες που τα κρατούσαν παγωμένα μέχρι να τα παραλάβω και να τα στοιβάξω στην κατάψυξη. Ω, ναι. Είχα αγγίξει αυτό το επίπεδο μπουμπούκας.
Ανάμεσα στα «γκοτζίλα» γεύματα της μαμάς υπήρχε φυσικά και το ντελίβερι. Για τις μέρες που βαριόμουν, που ξεχνούσα να φάω, που γύριζα αργά, που απλώς ήθελα κάτι νόστιμο και δεν είχα καμία διάθεση να μαγειρέψω και να καθαρίσω μετά – όλα αυτά είναι ενδεικτικά της τεμπελιάς και της αφηρημάδας που με έδερνε.
Βεβαίως, μιλάμε για μια εποχή που το σουβλάκι κόστιζε κάτω από 4,50 ευρώ. Αυτή είναι μια σημαντική λεπτομέρεια, γιατί τότε το «δεν μαγειρεύω σήμερα» δεν έμοιαζε με οικονομική απόφαση. Ήταν μια απόφαση τύπου «θα δώσω κάποια ευρουλάκια έξτρα για να χορτάσω».
Η πανδημία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αύξηση της συχνότητας των παραγγελιών, κάνοντας το ντελίβερι μια συνήθεια που στη συνέχεια έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας.
Έτσι συνέβη κάτι που δεν περίμενε κανείς. Άρχισα να μαγειρεύω. Όχι τίποτα εξωφρενικό. Απλές, σχετικά γρήγορες και υγιεινές συνταγές. Δοκίμαζα πράγματα που δεν είχα ξαναφάει, καταλάβαινα τι μου αρέσει, ανακάλυπτα νέες γεύσεις και, κυρίως, τη χαρά του να φτιάχνεις κάτι από την αρχή. Όχι πως το σούπερ μάρκετ είναι οικονομικό, αλλά τουλάχιστον κρατάω εγώ τον έλεγχο του τι και πόσο λάδι ρίχνω, πόσο αλάτι, τι ντομάτα χρησιμοποιώ.
Μόνο που μαζί με τη χαρά ανακάλυψα και κάτι άλλο: ότι το μαγείρεμα και η λάντζα που ακολουθεί θέλουν χρόνο και χρήμα, αν αναλογιστεί κανείς τις τρελές τιμές στα σούπερ μάρκετ αλλά και την ενέργεια που πρέπει να σπαταλήσεις. Τόσο τη σωματική όσο και την ηλεκτρική.
Δεν είναι μόνο τα τριάντα λεπτά που γράφει η συνταγή. Είναι να σκεφτείς, λίγο πιο πριν, τι θα φας. Να αγοράσεις τα υλικά. Να τα φέρεις στο σπίτι. Να πλύνεις, να κόψεις, να φτιάξεις το φαγητό, να περιμένεις μέχρι να γίνει και, αφού φας, να κοιτάξεις τον νεροχύτη με την έκφραση ανθρώπου που έχει μόλις προδοθεί από τη ζωή.
Έτσι, λοιπόν, αρχίζεις να συνειδητοποιείς γιατί παραγγέλνουμε με τέτοια συχνότητα.
Η πανδημία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αύξηση της συχνότητας των παραγγελιών, κάνοντας το ντελίβερι μια συνήθεια που στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην καθημερινότητά μας. Την ίδια στιγμή, το κόστος του σούπερ μάρκετ κάνει το μαγείρεμα για ένα άτομο οριακά ασύμφορο, ενώ η εμφάνιση των έτοιμων γευμάτων στα σούπερ μάρκετ αλλάζει το παιχνίδι, προσφέροντας συμφέρουσες επιλογές.
Επειδή δεν αγοράζουμε μόνο φαγητό. Αγοράζουμε και χρόνο.
Το ντελίβερι έγινε συνήθεια
Οι αριθμοί είναι πραγματικά εντυπωσιακοί. Σύμφωνα με την έκθεση της Eurostat για το 2024, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πιο ενεργές χώρες στην Ευρώπη στις online παραγγελίες φαγητού. Το 63,9% των ερωτηθέντων δήλωσε πως έχει προβεί σε κάποια παραγγελία μέσα στο τελευταίο τρίμηνο, ποσοστό που τοποθετεί τη χώρα πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε., πίσω μόνο από την Κύπρο και τη Μάλτα που κατέχουν τις πρώτες θέσεις.
Έρευνα της Palmos Analysis του 2025 αναφέρει πως το 42% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι παραγγέλνει ντελίβερι τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, ενώ μόλις 17% δήλωσε ότι δεν παραγγέλνει ποτέ.
Το νούμερο αυτό είναι κάπως σοκαριστικό, επειδή το 42% δεν σημαίνει ότι τέσσερις στους δέκα Έλληνες τρώνε ντελίβερι κάθε μέρα, αλλά ότι για σχεδόν έναν στους δύο το ντελίβερι έχει γίνει εβδομαδιαία συνήθεια.
Μέχρι την πανδημία κανείς μας δεν παράγγελνε με αυτήν τη μανία. Ο ιός άλλαξε την κουλτούρα του ίντερνετ. Όλοι ξεκινήσαμε να παραγγέλνουμε και, αν όχι να εθιζόμαστε, να βασιζόμαστε σε αυτό.
Σύμφωνα με στοιχεία που μας παραχώρησε το efood, ο όγκος των παραγγελιών στην Ελλάδα ακολουθεί σταθερά ανοδική πορεία από το 2024, με την ανάπτυξη να επιταχύνεται την τελευταία διετία. Η Αθήνα, δε, είναι η πιο ενεργή πόλη της χώρας στην πλατφόρμα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η αύξηση αυτή δεν αφορά μόνο τη συχνότητα των παραγγελιών αλλά και το τι παραγγέλνουμε. Από τα στοιχεία που μας έδωσε η πλατφόρμα, οι πέντε δημοφιλέστερες κατηγορίες είναι πρωινό/καφές, σουβλάκια/κρεατικά, πίτσα, μπέργκερ και κρέπες/βάφλες.
Τις ώρες του μεσημεριού, η εικόνα αλλάζει λίγο: σουβλάκια, μπέργκερ, μαγειρευτά και πίτσα είναι οι επιλογές που ξεχωρίζουν. Η ημέρα με τις περισσότερες παραγγελίες για μεσημέρι είναι η Κυριακή, ενώ για το βραδινό η Παρασκευή.
Το σουβλάκι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Wolt, παρουσιάζει σημαντική αύξηση από το 2019 και μετά. Συγκεκριμένα, σε σύγκριση με την περίοδο ακριβώς πριν από την πρώτη καραντίνα, η αύξηση των παραγγελιών ανά χρονιά διαμορφώθηκε στο 1.381% για το 2019-20, στο 523% για το 2020-21, στο 200% για το 2021-22, στο 195% για το 2022-23 και στο 157% για το 2023-24.
Με άλλα λόγια, το ντελίβερι δεν είναι πλέον μόνο λύση της τελευταίας στιγμής. Μας λύνει τα χέρια στο πρωινό, στο μεσημεριανό στη δουλειά, στο βραδινό της Παρασκευής, αλλά και την Κυριακή, που κανείς δεν θέλει να μπει στην κουζίνα.
Δεν παραγγέλνουμε μόνο φαγητό
Υπάρχει όμως και μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αλλαγή: το ντελίβερι δεν αφορά μόνο το έτοιμο φαγητό. Σύμφωνα με τα στοιχεία του efood, ο καταναλωτής χρησιμοποιεί την πλατφόρμα και για αγορές από καταστήματα όπως μανάβικα και κρεοπωλεία, αναζητώντας τα υλικά της μαγειρικής του.
Με άλλα λόγια, το ντελίβερι έχει αρχίσει να χωράει μέσα στην ημέρα μας με τον ίδιο τρόπο που χωράει το σούπερ μάρκετ.
Και βέβαια, το γεγονός ότι οι επιλογές που δίνουν οι πλατφόρμες καλύπτουν διαφορετικές διατροφικές ανάγκες, όπως ένα ελαφρύ μεσημεριανό, μαγειρευτά και σαλάτες, είναι εξίσου σημαντικό. Γιατί σημαίνει ότι το ντελίβερι δεν φέρνει απλώς ένα γεύμα από το εστιατόριο στο σπίτι, αλλά γίνεται ένας τρόπος να οργανώσεις ολόκληρο το καθημερινό διατροφικό πλάνο σου.
Υπάρχει μια εικόνα που δύσκολα αγνοείς. Βγαίνεις έξω στις 10, στις 11 ή και πιο αργά και βλέπεις μηχανάκια ντελίβερι παντού. Για να κυκλοφορούν τέτοιες ώρες και να είναι τόσο πολλά, σίγουρα θα υπάρχει αυξημένη ζήτηση. Δεν ήταν πάντα έτσι. Υπήρχε μια εποχή που δεν μπορούσες απλώς να ανοίξεις το κινητό σου και να παραγγείλεις ουσιαστικά οτιδήποτε, οποιαδήποτε ώρα. Το ντελίβερι μπήκε σταδιακά στη ζωή μας: στην αρχή ήταν περισσότερο μια ευκολία.
Σήμερα όμως έχει ενσωματωθεί τόσο πολύ στην καθημερινότητά μας, που για πολύ κόσμο έχει μετατραπεί σε συνήθεια, σε μια ανάγκη πάνω στην οποία χτίζεται πλέον μια ολόκληρη αγορά.
Μεταξύ σπιτικού φαγητού και ντελίβερι
Και αυτό φαίνεται ακόμη περισσότερο αν κοιτάξουμε τι συμβαίνει πέρα από τις πλατφόρμες.
Το 2026, έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) κατέληξε ότι τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο 14,79 ευρώ την εβδομάδα, δηλαδή περίπου 770 ευρώ τον χρόνο, για έτοιμο φαγητό.
Το 41% απάντησε ότι ο βασικός λόγος που αγοράζει έτοιμο φαγητό είναι ότι δεν προλαβαίνει να μαγειρέψει, ενώ ένα 19% δήλωσε ότι δεν συμφέρει να μαγειρεύεις για λίγα άτομα – δηλαδή δεν είμαι ο μόνος άνθρωπος που κάποια στιγμή απλώς δεν είχε χρόνο να μαγειρεύει.
Παράλληλα, τα στοιχεία του efood καταγράφουν αύξηση των παραγγελιών από σούπερ μάρκετ και μίνι μάρκετ, σε μια τάση που εντάσσεται στη γενικότερη άνθηση του quick commerce, δηλαδή της πολύ γρήγορης παράδοσης προϊόντων που συνοδεύεται από έξτρα χρεώσεις που πλέον εμφανίζονται στην παραγγελία.
Από το lunchbox στο έτοιμο γεύμα
Αν όμως ψάξουμε λίγο πιο βαθιά, θα διαπιστώσουμε ότι, τελικά, οι Έλληνες δεν σταμάτησαν κάποια στιγμή να μαγειρεύουν εντελώς στο σπίτι και το γύρισαν αποκλειστικά στο ντελίβερι. Το σπιτικό φαγητό καλά κρατεί ακόμα.
Μιλώντας με συναδέλφους στο γραφείο, βλέπω πέντε διαφορετικές λογικές. Υπάρχουν αυτοί που θέλουν ένα πρωτεϊνικό γεύμα: κοτόπουλο, κρέας, ρύζι, σαλάτα, κάποιο poke bowl, κάτι ελαφρύ που μπορεί να ενταχθεί εύκολα στο αφήγημα «προσέχω τη διατροφή μου». Υπάρχουν αυτοί που προτιμούν το μαγειρείο: γεμιστά, κοτόπουλο, όσπρια, παστίτσιο, γενικά μαγειρευτά, στη λογική «θέλω κανονικό φαγητό». Υπάρχουν κι εκείνοι που προτιμούν μια παραλλαγή αυτής της επιλογής: το εστιατόριο, όπου, βέβαια, ένα γεύμα μπορεί πολύ εύκολα να ξεπεράσει τα 15 ευρώ.
Υπάρχουν και αυτοί που φέρνουν μαζί τους το lunchbox, αλλιώς φαγητοδοχείο, που συνήθως φτιάχνεται βάσει ενός μελετημένου meal prep, δηλαδή της διαδικασίας που ακολουθούμε όσοι προετοιμάζουμε τα γεύματά μας από το Σαββατοκύριακο, οργανώνοντας στρατηγικά, οικονομικά και ισορροπημένα το διατροφικό πλάνο της εβδομάδας. Ουσιαστικά πρόκειται για μια μέθοδο που βοηθάει όσους προσέχουν τη διατροφή τους, όσους φροντίζουν την τσέπη τους και όσους θέλουν να είναι οργανωμένοι γενικότερα. Το περιεχόμενο κυμαίνεται από μια λαχταριστή επιλογή τύπου μακαρόνια με κιμά μέχρι κάτι λιγότερο φωτογενές αλλά πιο υγιεινό, όπως η φακοσαλάτα.
Και, τέλος, έχει αρχίσει να σαρώνει και να καθιερώνεται μια πέντε επιλογή: το έτοιμο γεύμα από το σούπερ μάρκετ.
Μπορούν τα έτοιμα γεύματα να σώσουν την κατάσταση;
Στην έρευνα του ΙΕΛΚΑ, το ποσοστό των καταναλωτών που επιλέγουν να πάρουν από το σούπερ μάρκετ μαγειρευτό φαγητό έχει σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία: από 16% το 2016 σε 29% το 2026. Το ψητό κοτόπουλο, οι σαλάτες και τα μαγειρευτά έχουν γίνει κανονικές λύσεις για το «τι θα φάμε σήμερα».
Ο Σκλαβενίτης κατάλαβε αρκετά νωρίς ότι το έτοιμο φαγητό είναι μια ολόκληρη αγορά. Η εταιρεία έχει ήδη σημαντικό τζίρο από τα έτοιμα γεύματα που παράγει η ίδια, ο οποίος φτάνει ή και ξεπερνά τα 60 εκατομμύρια ευρώ. Παράλληλα, έχει ανακοινώσει μια επένδυση περίπου 100 εκατομμυρίων ευρώ για νέα μονάδα παραγωγής έτοιμου φαγητού, μαζί με την ανάπτυξη του δικού της δικτύου Food to Go.
Το πρώτο Σκλαβενίτης Food to Go άνοιξε στο Σύνταγμα τον Μάρτιο του 2026 και ακολούθησαν κι άλλα σημεία. Το κόνσεπτ είναι απλό: μπαίνεις, παίρνεις το μαγειρευτό σου, μια σαλάτα, ένα σάντουιτς, ένα γλυκό ή ένα σνακ. Δεν χρειάζεται ούτε να μαγειρέψεις, ούτε να περιμένεις ντελίβερι, ούτε να σκεφτείς «τι θα φάμε σήμερα».
Γρήγορα συνειδητοποιείς πως ο Σκλαβενίτης δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο τα άλλα σούπερ μάρκετ. Η δραστηριότητά του αρχίζει να «απειλεί» το εστιατόριο, το μαγειρείο και το ντελίβερι, με φοβερά ανταγωνιστικές τιμές. Σε αυτήν τη λογική κινούνται εδώ και χρόνια στο εξωτερικό, εξού και τα χαμηλά ποσοστά στο ντελίβερι.
Αυτή είναι πλέον η πραγματικότητα και στην κουζίνα του δικού μας γραφείου. Άλλος θέλει το protein bowl του, άλλος έχει κάτι στο τάπερ του, άλλος κατεβαίνει στο μαγειρείο για ένα πιάτο στα 7-8 ευρώ, άλλος παραγγέλνει από εστιατόριο και πλέον υπάρχει και εκείνος που θα πει: «Θα πεταχτώ Σκλαβενίτη, θέλει κανείς κάτι;»
Τι σημαίνει τελικά «έτοιμο»;
Προσωπικά, όταν επιλέγω ένα έτοιμο γεύμα από το σούπερ μάρκετ, δεν με ενδιαφέρει μόνο να είναι νόστιμο ή σε καλή τιμή. Πλέον προσπαθώ να διαβάσω καλά την ετικέτα, να δω τι περιέχει: πόσα κορεσμένα λιπαρά, πόσα σάκχαρα, πόσο αλάτι, πόσες φυτικές ίνες. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι πρέπει να αναζητούμε προϊόντα με συγκεκριμένες προδιαγραφές, για παράδειγμα με περισσότερες φυτικές ίνες.
Μέσα σε όλα αυτά, για εκείνους που κάνουν διατροφή υπάρχουν και εξειδικευμένες υπηρεσίες meal prep που φέρνουν έτοιμα, υγιεινά και θερμιδομετρημένα γεύματα στην πόρτα σου. Ανάλογα με τους στόχους σου –απώλεια βάρους, μυϊκή ενδυνάμωση, ευεξία–, μπορείς να επιλέξεις είτε μεμονωμένα γεύματα είτε εβδομαδιαία ή μηνιαία συνδρομητικά πακέτα.
Βέβαια, αυτή την επιλογή, επειδή αποτελεί μια βραχυπρόθεσμη ή και μακροπρόθεσμη δέσμευση, προσωπικά την έχω αφήσει για την ώρα στην άκρη, προσπαθώντας να γίνω η ίδια πιο γρήγορη αλλά και πιο δημιουργική. Αν η καθημερινότητα με κάνει να τα φτύσω, ίσως σκεφτώ να το δοκιμάσω.
Δεν είναι τεμπελιά. Είναι κερδισμένος χρόνος.
Πάντως, το κοινό στοιχείο όσων στρέφονται στην επιλογή του ντελίβερι δεν είναι απαραίτητα η τεμπελιά ή η έλλειψη διάθεσης για μαγειρική. Είναι η έλλειψη χρόνου.
Και βλέποντας τα στοιχεία, καταλαβαίνω ότι το φαγητό απέξω έχει πάψει να είναι το αναγκαίο κακό της διατροφής μας.
Και σίγουρα δεν είναι πλέον μόνο το σουβλάκι που παραγγέλνουμε στις 10 το βράδυ επειδή βαριόμαστε. Είναι και το γεύμα που παίρνουμε στο γραφείο, η σαλάτα που δεν χρειάζεται να κόψουμε, το μαγειρευτό που δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε για να το ετοιμάσουμε, καμιά φορά επειδή δεν έχει νόημα να βάζουμε κατσαρόλα για μία μερίδα.
Σίγουρα η πανδημία φεύγοντας άφησε τα σημάδια της, αλλάζοντας πολλά στη συμπεριφορά μας, στους ρυθμούς της ζωής και σίγουρα στον τρόπο που ψωνίζουμε online – πλέον περιμένουμε τα πάντα έτοιμα στην πόρτα μας. Όταν ζεις υπό συνεχή πίεση, με παιδιά, υποχρεώσεις και αυξημένες απαιτήσεις στην καθημερινότητα, το γεγονός ότι υπάρχουν τρόποι, πολλές φορές οικονομικοί, που σου λύνουν τα χέρια σού δίνει μια αίσθηση ελέγχου αλλά και παρηγοριά, σαν ένα μαξιλαράκι ασφαλείας που σε κάνει να νιώθεις ότι μπορείς να ικανοποιήσεις την πείνα ή τη λιγούρα σου ανά πάσα ώρα και στιγμή.

Σχόλια