Στα άδυτα του Αλκαζάρ: 10 πράγματα που κάθε Θεσσαλονικιός πρέπει να ξέρει για ένα μνημείο που επιστρέφει στο φως
Γνωστές και άγνωστες ιστορίες ενός μνημείου του 15ου αιώνα που τα τελευταία 37 χρόνια πέρασε στην αφάνεια κρυμμένο πίσω από σκαλωσιές και λαμαρίνες
Για τους παλιότερους ήταν το σινεμά του Αλκαζάρ. Για τους νεότερους, ένα κτίριο πίσω από λαμαρίνες που έμοιαζε να ανήκει περισσότερο στο παρελθόν παρά στην πόλη που περπατούσαν καθημερινά.
Το Χαμζά Μπέη Τζαμί, ένα από τα πιο παράξενα και πολύτιμα κτίρια της Θεσσαλονίκης επιστρέφει στο φως κουβαλώντας μια ιστορία αιώνων.
Μετά από τέσσερις δεκαετίες το Αλκαζάρ εμφανίζεται ξανά ολόκληρο στην πόλη και ετοιμάζεται να ανοίξει τις πόρτες του στο κοινό τον προσεχή Οκτώβριο.
Η νέα του ζωή προβλέπει εκθεσιακή χρήση, με την πρώτη έκθεση να αναμένεται να παρουσιάσει άγνωστες φωτογραφίες της παλιάς Θεσσαλονίκης μέσα από τη συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης με το MOMus.
Σύμφωνα με τον προγραμματισμό, το μνημείο θα αποδοθεί επίσημα στους Θεσσαλονικείς μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, παράλληλα με την πρώτη έκθεση που θα οργανωθεί στον χώρο.
Εικόνα Γιώργος Κουρτίδης
Πριν λοιπόν το ξαναδούμε από κοντά, αυτά είναι τα δέκα πράγματα που αξίζει να γνωρίζουμε.
1. Πριν γίνει Αλκαζάρ, ήταν ένα τζαμί του 15ου αιώνα
Το όνομα που πρέπει να κρατήσουμε είναι Χαμζά Μπέη Τζαμί.
Η κτητορική επιγραφή του μνημείου χρονολογεί την ανέγερσή του στο έτος 872 της Εγίρας, δηλαδή στο διάστημα 1467-1468. Ιδρύτρια ήταν η Χαφσά Χατούν, κόρη του Οθωμανού στρατιωτικού διοικητή Χαμζά Μπέη, στη μνήμη του οποίου αφιερώθηκε.
Στην αρχική του μορφή ήταν ένα μετζίτ, ένα μικρό συνοικιακό τέμενος χωρίς μιναρέ, για τις καθημερινές ανάγκες της μουσουλμανικής κοινότητας.
Πηγή Υπουργείο Πολιτισμού
Και αυτό από μόνο του είναι σημαντικό. Μιλάμε για ένα κτίριο που υπάρχει στη Θεσσαλονίκη περίπου 560 χρόνια.
Το μνημείο χτίστηκε στα 1467 (επί του σουλτάνου Μουράτ Β’) από την κόρη του στρατιωτικού διοικητή Χαμζά Μπέη, Χαφσά Χατούν, με σκοπό την χρήση του ως Μετζίτ, δηλαδή μικρό συνοικιακό τέμενος χωρίς μιναρέ (στο οποίο τότε δεν τελούταν η επίσημη μεσημβρινή προσευχή της Παρασκευής). Την πληροφορία μας δίνει η κτητορική επιγραφή που βρίσκεται εντοιχισμένη στη δυτική πλευρά του κτιρίου, στα δεξιά τής εισόδου και αναγράφει: «Οι χώροι λατρείας ανήκουν στον Αλλάχ. Γι’ αυτό, μην επικαλείσαι κανέναν εκτός από τον Αλλάχ/ Αυτό το ευλογημένο τέμενος χτίστηκε από τη Χαφσά, κόρη του Χαμζά Μπέη -μακάρι ο τάφος της να είναι εξαγνισμένος-/ Μακάρι ο Θεός να ελεεί όσους επισκέπτονται το τέμενος και προσεύχονται για την ιδρύτρια. Το έτος (Εγίρας), οκτακόσια εβδομήντα δύο».
Εικόνα: Γιώργος Κουρτίδης
Το έτος 872 αντιστοιχεί στο γρηγοριανό έτος από 2/8/1467-21/7/1468. Κατά την ίδια πηγή, εικάζεται ότι στη θέση του προϋπήρχε γυναικείο μοναστήρι, παράδοση την οποία σεβάστηκαν οι Οθωμανοί μετά την άλωση της Πόλης χτίζοντας ένα τέμενος με ιδρυτή γυναίκα. Δεν αποκλείεται μάλιστα το αρχικό μικρό τέμενος να κτίσθηκε με οικοδομικά υλικά από το μοναστήρι.
2. Είναι το παλαιότερο σωζόμενο ισλαμικό τέμενος που χτίστηκε στη Θεσσαλονίκη
Το Χαμζά Μπέη δεν είναι απλώς ένα από τα πολλά οθωμανικά μνημεία της πόλης.
Το Χαμζά Μπέη τζαμί αποτελεί τον παλαιότερο σωζόμενο ισλαμικό χώρο λατρείας που χτίστηκε στη Θεσσαλονίκη. Τα πρώτα χρόνια μετά την άλωσή της πόλης, το 1430, οι πρώτοι μουσουλμάνοι που εποίκησαν εξυπηρετούσαν τις θρησκευτικές τους ανάγκες σε χριστιανικούς ναούς που είχαν μετατραπεί σε τζαμιά.
Το συγκεκριμένο είναι από τα πρώτα τζαμιά που κτίστηκαν στη Θεσσαλονίκη μετά την Άλωση και από τα ελάχιστα δείγματα πρώιμης οθωμανικής αρχιτεκτονικής στα Βαλκάνια. Η μορφή του κτιρίου, όταν ολοκληρώθηκε η ανέγερση του, διέφερε πολύ από την σημερινή και διαφοροποιήθηκε στη διάρκεια των χρόνων με διάφορες κτιριακές προσθήκες.
3. Δεν ήταν πάντα όπως το βλέπουμε σήμερα
Το τζαμί αρχικά αποτελούνταν από μια μονόχωρη, τετράπλευρη αίθουσα προσευχής καλυμμένη με μολυβδοσκέπαστο τρούλο. Ολόγυρα το τέμενος περιβαλλόταν από κήπο με συντριβάνι.
Στη διάρκεια του 16ου αιώνα έγινε προσθήκη δύο ορθογώνιων θολωτών χώρων στη βόρεια και νότια πλευρά του αρχικού τζαμιού, κατασκευάστηκε μια ασύμμετρη περιμετρική στοά με περίβολο στα δυτικά, μοναδική του είδους σε τζαμί στον Ελλαδικό χώρο, και μιναρές στην νοτιοδυτική γωνία. Το 1620, ύστερα από σεισμό ή πυρκαγιά, έγινε η τρίτη ανακατασκευή του τεμένους, από τον Καπί Μεχμέτ Μπέη, σύμφωνα με άλλη επιγραφή που βρίσκεται επάνω από την είσοδο.
Πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού
Αυτή τη στιγμή θεωρείται το μεγαλύτερο σωζόμενο τζαμί που βρίσκεται σε ελληνικό έδαφος και εκτείνεται σε συνολική έκταση 1150 τ.μ. Η τετράγωνη θολοσκεπής αίθουσα ύψους 17 μ. φωτίζεται από οκτώ τοξωτά παράθυρα και έναν κυκλικό φεγγίτη. Είκοσι δύο μαρμάρινες κολώνες με 15 κιονόκρανα παλαιοχριστιανικών χρόνων (5ος – 6ος αι.) στηρίζουν τις στοές που περιβάλλουν τον αίθριο χώρο.
Επίσης το Χαμζά Μπέη τζαμί είναι το μοναδικό στα Βαλκάνια που διαθέτει αίθριο, με εξαίρεση τα τζαμιά της Αδριανούπολης και της Κωνσταντινούπολης (που υπήρξαν πρωτεύουσες της οθωμανικής αυτοκρατορίας). Ήταν άγραφο προνόμιο των οθωμανών σουλτάνων να έχουν περίστυλες αυλές στα τζαμιά τους. Και το συγκεκριμένο δεν ήταν σουλτανικό. Πρόσφατα η προσάρτηση του αιθρίου στο τζαμί συνδέθηκε με τον σουλτάνο Σελήμ Β’.
Τον Αύγουστο του 1569 ο σουλτάνος Σελήμ Β’ (1564-1574) διέταξε την απόσπαση είκοσι κιόνων από τον ναό του Αγίου Μηνά, τον μητροπολιτικό ναό των Ασωμάτων (Ροτόντα) και το γνωστό από τις πηγές ανδρώο «βασιλικό» μοναστήρι της Θεοτόκου του Υπομιμνήσκοντος που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή της περίστηλης αυλής. Επί τέσσερις αιώνες συγκέντρωνε πλήθος πιστών κάτω από τον μεγαλόπρεπο θόλο του στο πολυσύχναστο σταυροδρόμι δύο βυζαντινών δρόμων που ένωναν το λιμάνι με τη βορινή πύλη της περιτειχισμένης Θεσσαλονίκης.
Εικόνα: Γιώργος Κουρτίδης
4. Οι κολόνες του κρύβουν ακόμη παλαιότερη Θεσσαλονίκη
Αν σταθείς και κοιτάξεις προσεκτικά τις στοές, το Αλκαζάρ γίνεται ένα μικρό μάθημα αρχαιολογίας της πόλης.
Στο κτίριο χρησιμοποιήθηκαν 22 μαρμάρινες κολόνες, ενώ αρκετά από τα κιονόκρανα χρονολογούνται στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, στον 5ο και 6ο αιώνα.
Δηλαδή μέσα σε ένα οθωμανικό μνημείο του 15ου αιώνα υπάρχουν υλικά από μια ακόμη παλαιότερη Θεσσαλονίκη.
Είναι ίσως ο πιο χαρακτηριστικός τρόπος για να καταλάβει κανείς πώς χτίστηκε η πόλη: όχι σε καθαρές, απομονωμένες εποχές, αλλά με τη μία ιστορική στρώση να πατά πάνω στην άλλη.
Πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού
5. Το Αλκαζάρ επέζησε από την πυρκαγιά του 1917
Η Θεσσαλονίκη της πυρκαγιάς του 1917 ήταν μια πόλη που άλλαξε για πάντα.
Μεγάλο μέρος του ιστορικού κέντρου καταστράφηκε. Το Χαμζά Μπέη Τζαμί, όμως, επέζησε.
Είχε ήδη περάσει από σεισμούς, πυρκαγιές και ανακατασκευές, και θα συνέχιζε να υπάρχει στην καρδιά της πόλης, έστω και με μια διαδρομή που σταδιακά θα το απομάκρυνε από την αρχική του χρήση.
Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που κάνουν το Αλκαζάρ τόσο ενδιαφέρον. Δεν είναι απλώς μάρτυρας της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Είναι ένας από τους ελάχιστους χώρους που έμειναν όρθιοι ενώ η πόλη γύρω του άλλαζε ξανά και ξανά.
Εικόνα: Γιώργος Κουρτίδης
6. Τη δεκαετία του 1920 σταμάτησε να λειτουργεί ως τζαμί και άρχισε μια εντελώς άλλη ζωή
Η μουσουλμανική λατρευτική χρήση του μνημείου τελείωσε μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Το 1926 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο.
Και κάπου εδώ αρχίζει η δεύτερη, εντελώς διαφορετική ζωή του.
Πρώτα χρησιμοποιήθηκε ως τηλεγραφείο. Στη συνέχεια πέρασε στην ιδιοκτησία ιδιώτη και άρχισε να αποκτά εμπορικές χρήσεις.
Για ένα μνημείο του 15ου αιώνα, η μετάβαση από τέμενος σε τηλεγραφείο και εμπορικό χώρο είναι από μόνη της μια μικρή ιστορία της Θεσσαλονίκης του 20ού αιώνα.
Πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού
7. Και κάπου εκεί γεννήθηκε ο μύθος του «Αλκαζάρ»
Για τους περισσότερους Θεσσαλονικείς, το Χαμζά Μπέη Τζαμί δεν είναι Χαμζά Μπέη.
Είναι Αλκαζάρ.
Το όνομα προέρχεται από τον κινηματογράφο που στεγάστηκε για δεκαετίες στην περίστυλη αυλή του μνημείου.
Η λέξη «Αλκαζάρ» παραπέμπει σε οχυρό και έγινε τελικά πολύ πιο αναγνωρίσιμη στην πόλη από το πραγματικό όνομα του μνημείου. Ο κινηματογράφος άρχισε να λειτουργεί στον χώρο στις αρχές της δεκαετίας του 1930 και συνδέθηκε με τη λαϊκή κινηματογραφική κουλτούρα της Εγνατίας.
Καράτε, ινδικές και αιγυπτιακές ταινίες, αλλά και ερωτικές ταινίες πέρασαν από την οθόνη του. Το Αλκαζάρ έγινε ένας από τους θρυλικούς κινηματογράφους της παλιάς Θεσσαλονίκης.
Και έτσι συνέβη κάτι παράδοξο. Ένα οθωμανικό τέμενος έγινε γνωστό σε μια ολόκληρη γενιά όχι ως μνημείο, αλλά ως σινεμά.
O κινηματογράφος είχε μετατραπεί στη διάρκεια της Κατοχής σε αίθουσα προβολής για Γερμανούς στρατιώτες;
Σε ανάρτησή του στο Facebook ο Aθανάσιος Ευθύμιος Νικόπουλος αναφέρει:
«Ως σήμερα δεν είχε γίνει δυνατόν να αποδειχθεί η παλιότερη υπόθεση ότι και ο κινηματογράφος “Αλκαζάρ” της Εγνατίας στο παλιό τζαμί του Χαμζά Μπέη είχε μετατραπεί στη διάρκεια της κατοχής σε “Soldaten Kino” -αίθουσα προβολής για τους γερμανούς στρατιώτες.
Αναφέρονται ακόμα παντού μόνον τρεις, συν ένας θερινός και ένα θερινό και ένα χειμερινό θέατρο που βρήκαμε παλιότερα, αλλά ως εκεί.
Τελικά όμως, ο θείος Η-μπέης έστω και με καθυστέρηση εδέησε λίγο πριν να μας την δώσει, με μια ακόμη ενδιαφέρουσα φωτογραφία.
Δεν γνωρίζουμε ποια ακριβώς χρονιά τραβήχτηκε, η υπόθεση είναι πως βρισκόμαστε στις αρχές της κατάληψης της πόλης καθώς το κουρείο του εβραίου ιδιοκτήτη Μωϋς Σαμ(ουέλ) Μορδώχ δεξιά από την είσοδο έχει ακόμη την επιγραφή του και ανοικτή την πόρτα, ενώ ανοιχτό μοιάζει και το γραφείο του ΣΕΚ -ότι και αν σημαίνει ένα τέτοιο γραφείο στην κατεχόμενη Ελλάδα και τους επιταγμένους σιδηροδρόμους της. Θα το δούμε όμως. Οι ψηφίδες του Μεγάλου Παζλ δεν παύουν να συγκεντρώνονται…».
Άσυλο για μαθητές και μαθήτριες
Ο Κώστας Τομανάς αναφέρει στο βιβλίο του «Οι Κινηματογράφοι της Παλιάς Θεσσαλονίκης» πως «το συμπαθητικό Αλκαζαράκι πρόσφερε με φθηνό εισιτήριο κατά τις απογευματινές ώρες στους μαθητές και τις μαθήτριες ένα ζεστό άσυλο, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα». Το γεγονός σχολιάζει ωστόσο εκτενέστερα στο βιβλίο «Οι δρόμοι της παλιάς Θεσσαλονίκης».
Το Αλκαζάρ είδε γύρω του την περιοχή να αλλάζει.
Σε ένα άλλο βιβλίο με τίτλο «η χαμένη Εγνατία της Θεσσαλονίκης» των Γ. Αναστασιάδη και Ε. Χεκίμογλου διαβάζουμε ότι το μνημείο είδε την περιοχή γύρω του να αλλάζει μετά το 1920.
«Στεκόταν διαφορετικό και αλλόκοτο στη μέση της Εγνατίας, ενώ ολόγυρα υψώνονταν μεσοπολεμικές κατοικίες και περνούσε το τραμ, βασιλιάς στους άδειους από τροχοφόρα δρόμους. Μπροστά του εκτυλίχτηκαν αρκετά από τα επεισόδια του Μάη του 36». 1.
Οι Αναστασιάδης- Χεκίμογλου παραθέτουν κιόλας την αφήγηση της Ιφιγένειας Χρυσοχόου:
«Χιλιάδες κόσμος κατεβαίνει προς το κέντρο (…) Χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε στη διασταύρωση Βενιζέλου- Εγνατία. Ομιλίες από τα μπαλκόνια, απ’ τα καρότσια … Κάτι γίνεται στην πλατεία Κολόμβου. Κάτι στην οδό Συγγρού. Στη Μεγάλου Αλεξάνδρου (Ι. Δραγούμη) (…) φουσκώνουν τα κύματα του κόσμου. Σπαθιές. Υποκόπανοι χτυπούν τους απεργούς… Άρχισε το πιστολίδι. Ανταριάστηκε η κοσμοπλημμύρα (…) Σφυρίζουν οι σφαίρες. Πέφτουν κορμιά. Οδοφράγματα, κυνηγητό, ξύλο, βρισιές.
-Αίσχος
– Κάτω ο Μεταξάς
– Θάνατος στους δολοφόνους (…)
Τέσσερα παλικάρια κρατούνε ψηλά μία πόρτα κι απάνω ο πρώτος σκοτωμένος. Επιτάφιος που ανοίγει το δρόμο. Ακολουθεί η λιτανεία των χιλιάδων. Το κλάμα ανεβαίνει τη Βενιζέλου (…)» 2.
1. Γ. Αναστασιάδης, “Από τη Φεντερασιόν στον Μάη του 36”, στον τόμο Το εργατικό συνδυκαλιστικό κίνημα της Θεσσαλονίκης. Η ιστορική φυσιογνωμία του , Θεσσαλονίκη, 1997.
2. Ιφ. Χρυσοχόου , “Ξεριζωμένη Γενιά. Το χρονικό της προσφυγιάς στη Θεσσαλονίκη”, 1999.
Οι προβολές στο Αλκαζάρ
Στο βιβλίο των Αναστασιάδη- Χεκίμογλου, παρατίθενται λεπτομέρειες ως προς τις προβολές των ταινιών. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι οι ταινίες που παίχτηκαν ήταν αμέτρητες αφού ο κινηματογράφος λειτούργησε πάνω από 40 χρόνια, υπό τη διεύθυνση των αδελφών Σεγούρα.
Αμέσως μετά αναπολούν τίτλους δίνοντας ταυτόχρονα μια σύντομη ιστορία του κινηματογράφου:
Το «Άσμα Ασμάτων» το 1935 με τη Μάρλεν Ντιτριχ, τη «θείαν γυναίκα στην μεγαλυτέραν δημιουργίαν της καριέρας της», ο «Μάρκο Πόλο» το 1939 με τον Γκάρι Κούπερ, «ο Γιος του Σείχη» με τον Ροδόλφο Βαλεντίνο, επίσης το 1939 (σε ηχητική έκδοση) ο «Πανικός στους δρόμους», το 1951 με τον Τζακ Πάλανς, Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ και τον Αλέξη Μινωτή το ιστορικό ντοκιμαντέρ «Η καταστροφή της Σμύρνης», το 1952 το περίφημο «Κιλιμάντζαρο» με την Άβα Γκάρτνερ, τον Γκρέγκορι Πεκ και τη Σούζαν Χέηγουορντ το 1952. Έπειτα αρχίζουν οι τουρκικές ταινίες που απευθύνονταν στους παλαιότερους πρόσφυγες όπως «Η Ξελογιάστρα της Σταμπούλ», το 1953 ταινία που διαδραματίζεται «στα γαλανά νερά του Βοσπόρου, στα Πριγκηπόνησα και στα ιστορικά σοκάκια του Γαλατά» ή οι αιγυπτιακές όπως το φιλμ «Μάρτυς μου ο Αλλάχ, είμαι αθώα», με τραγούδια και χορούς της κοιλιάς, από τους οποίους δε λείπουν οι λέξεις «πόνος» και «λαχτάρα».
Κατά τους Αναστασιάδη- Χεκίμογλου, στο Αλκαζάρ είναι που βλέπουν οι Θεσσαλονικείς τον θρυλικό Τζόνι Βαισμίλερ στο ρόλο του «Ταρζάν» το 1954 με τον μικρό Τζόνι Σέφιλντ τον μετέπειτα «Ντάνο» του «Χαβάη 5-0», εκεί θα δουν ακόμη τον «Μικρό Λόρδο», αλλά και άφθονο «Χονδρό- Λιγνό»
3. 3. Γ. Αναστασιάδης, Σινεμά ο Παράδεισος. Οι κινηματογράφοι της Θεσσαλονίκης που άφησαν εποχή, Θεσσαλονίκη 2000.
Από το βιβλίο «Η χαμένη Εγνατία της Θεσσαλονίκης» των Γ. Αναστασιάδη- Ε. Χεκίμογλου
Από το βιβλίο «Η χαμένη Εγνατία της Θεσσαλονίκης» των Γ. Αναστασιάδη- Ε. Χεκίμογλου
Από το βιβλίο «Η χαμένη Εγνατία της Θεσσαλονίκης» των Γ. Αναστασιάδη- Ε. Χεκίμογλου
Παραπάνω διαφημίσεις ταινιών που παίχτηκαν στο Αλκαζάρ. Από το Ροδόλφο Βαλεντίνο και τη Μάρλεν Ντίτριχ ως τον Γκρέκορι Πεκ και τον Αλέξη Μινωτή. «Στο Αλκαζάρ αξιώθηκα να πρωτοδώ το φιλμ του Λουίς Μπονουέλ Los Olvidados, πράγμα για το οποίο οι φίλοι μου – και ιδίως ο Κάρολος Τσίζεκ- με μακαρίζανε αργότερα, όταν το αντιεμπορικό έργο με κανέναν τρόπο δεν επαναλαμβανόταν για να το δουν αυτοί…»(Γιώργος Ιωάννου).
Σαν να μην επιθυμούσε ο δημιουργός της διαφήμισης να βρίσκεται το Αλκαζάρ μπροστά από το Καραβάν Σεράι… | Από το βιβλίο «Η χαμένη Εγνατία της Θεσσαλονίκης» των Γ. Αναστασιάδη- Ε. Χεκίμογλου
Στο archive.saloni.ca ο Σπύρος Αλευρόπουλος έχει εντοπίσει και παρουσιάζει ένα σπάνιο διαφημιστικό σημείωμα της εφημερίδας Μακεδονία (7-1-1931). Αυτό αναφέρει:
Το Αλκαζάρ επιμένει με ταινίες βωβού κινηματογράφου με ορχήστρα 10 ατόμων. Οι ταινίες διαλέγονται ανάμεσα σε πολλές, η ατμόσφαιρα θυμίζει πλούσιο σαλόνι ισπανικού πύργου με διακόσμηση αραβικού στυλ.
Άλλες αξιοσημείωτες πληροφορίες και φωτογραφίες που παρουσιάζονται στο ίδιο κείμενο:
Οι πρώτες ταινίες που προβλήθηκαν στο Αλκαζάρ:
Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν και τούρκικα φιλμ:
Άρχισε και συνέχισε ως κινηματογράφος έργων πρώτης προβολής για πολλά χρόνια μέχρι το 1972:
Το 1972 κάποιοι κινηματογράφοι Α’ προβολής άρχισαν να προβάλλουν καθημερινά 2 έργα. Ένας απ’ αυτούς ήταν και το Αλκαζάρ. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τον Φεβρουάριο του 1973:
Τέμπερα του Ντίνου Παπασπύρου:
Το Αλκαζάρ και οι ταινίες πορνό
Στο άρθρο του για το Protagon, ο Κώστας Γιαννακίδης αναφέρει ότι το 1927 το Τζαμί πέρασε στην ιδιοκτησία της Εθνικής Τράπεζας η οποία, αν και επρόκειτο για μνημείο, το πούλησε σε ιδιώτη. Το Χαμζά Μπέη Τζαμί απέκτησε καταστήματα. Και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80 λειτουργούσε ως κινηματογράφος. Με καράτε, ινδικά, αιγυπτιακά και πορνό.
«Ναι, σε μουσουλμανικό τέμενος. Εκεί που ακουγόταν ο ιμάμης, βόγκηξαν η Τίνα Σπάθη και ο Κώστας Γκουσγκούνης. Τώρα αντικαταστήστε την ημισέληνο με σταυρό. Φανταστείτε να παίζει τσόντα εκεί που κάποτε ήταν ένας ναός της Μεγαλόχαρης», σχολιάζει ο Γιαννακίδης.
Εικόνα: Γιώργος Κουρτίδης
Μία άποψη στο Thessaloniki Arts and Culture
Στο μεταξύ, ο αγαπημένος τραγουδοποιός/ καλλιτέχνης Αργύρης Μπακιρτζής είχε πει ότι στην καριέρα του αντιμετώπισε πολλές φορές την πρόκληση της αναστήλωσης ενός οθωμανικού τζαμιού.
«Ήταν η πρώτη φορά που το Αλκαζάρ εντάχθηκε με έναν άλλον τρόπο στη ζωή της πόλης και μάλλον το έναυσμα για να αρχίσουν αργότερα τα προγράμματα αποκατάστασης του μνημείου», είχε αναφέρει σύμφωνα με το Thessaloniki Arts and Culture.
Καθώς και ότι: «Εάν ένα χριστιανικό μνημείο σε μη ελληνικό έδαφος μετατρεπόταν σε σινέ-πορνό, αντιλαμβάν «Όταν το 1982 μας ζήτησαν από τα ‘Δημήτρια’ να συμμετάσχουμε στο φεστιβάλ με τους ‘Χειμερινούς Κολυμβητές’, δεχτήκαμε, με τη συμφωνία η συναυλία να γίνει στο Αλκαζάρ.
Πράγματι παίξαμε και μετά ο κινηματογράφος συνέχισε το πρόγραμμά του με μια ταινία».εστε ότι θα ήταν μέγα θέμα».
Όταν ο κινηματογράφος έριξε αυλαία…
Αυτό που απέμεινε μετά το κλείσιμο του «Αλκαζάρ» για πολλά χρόνια θύμιζε ότι κάποτε εδώ υπήρξε κινηματογράφος.
Το Αλκαζάρ ήταν πράγματι «ένα αριστούργημα σκοτεινής αιθούσης» όπως είχε γραφτεί στο παρελθόν σε τοπική εφημερίδα.
Το Αλκαζάρ φιλοξένησε το Διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ του Δήμου Θεσσαλονίκης
To Διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ και Αυτοσχεδιαζόμενης Μουσικής του Δήμου Θεσσαλονίκης υπήρξε ένα από τα 2-3 πιο σημαντικά jazz events, που οργανώθηκαν ποτέ στη χώρα. Διήρκεσε αρκετά χρόνια και εμφανίστηκαν στις σκηνές του τεράστια ονόματα της τζαζ. Θρυλικά σήμερα.
Η πρώτη διοργάνωση το 1984 φιλοξενήθηκε στον κινηματογράφο Αλκαζάρ.
Συντονιστής ήταν ο Φλώρος Φλωρίδης και με την ενεργή συμμετοχή του Σάκη Παπαδημητρίου. Είχαν έρθει σπουδαίοι μουσικοί, πρωτοπόροι της free jazz, όπως ο Αμερικανός σαξοφωνίστας Steve Lacy.
8. Το Αλκαζάρ υπήρξε για χρόνια ένας ζωντανός εμπορικός χώρος
Το κτίριο μπορεί να διασώθηκε από μικρούς και μεγάλους σεισμούς, να γλίτωσε από πυρκαγιές με μεγαλύτερη εκείνην του 1917, αλλά έγινε αγνώριστο εσωτερικά και εξωτερικά στα νεώτερα χρόνια από τις ανεξέλεγκτες σύγχρονες επεμβάσεις. Το κτίριο έπαψε να λειτουργεί ως τζαμί αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και σταμάτησε τη λειτουργία του στα 1923, οπότε και ολοκληρώθηκε η ανταλλαγή πληθυσμών. Κηρύχθηκε διατηρητέο τον Μάιο του 1926 στο πλαίσιο των ανταλλαγών περιουσιών της μουφτείας Θεσσαλονίκης.
Το 1927 περιήλθε στην κυριότητα της Εθνικής Τράπεζας, η οποία παρά την απόφαση που το χαρακτήριζε ως διατηρητέο μνημείο (ΦΕΚ 191/Α/11-6-1926), το 1928 το δημοπράτησε σε ιδιώτη, που ξεκίνησε την μίσθωσή του για χρήσεις καταστημάτων και λίγο αργότερα και του κινηματογράφου Αλκαζάρ. Προς τιμήν τους οι κληρονόμοι το δώρισαν το 1977 στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό.
Το 2006 ο Ερυθρός Σταυρός το παραχώρησε στο Υπουργείο Πολιτισμού. Τότε κλείνουν σιγά σιγά κι απομακρύνονται και τα καταστήματα ενώ τοποθετήθηκε γύρω του ένας μεταλλικός φράκτης.
Τελικά, στα μέσα του φθινοπώρου του 2006 οι αρχαιολόγοι της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ξεκίνησαν τις εργασίες αποκατάστασης του μνημείου.
9. Για 37 χρόνια το βλέπαμε πίσω από λαμαρίνες
Και εδώ φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη που γνωρίζουμε.
Στις λαμαρίνες.
Για 37 χρόνια το Αλκαζάρ ήταν κρυμμένο από τον δημόσιο χώρο, την ώρα που η Εγνατία και η Βενιζέλου μεταμορφώνονταν ξανά και ξανά.
Η πόλη συνέχιζε να περνά μπροστά του, αλλά το ίδιο το μνημείο είχε σχεδόν εξαφανιστεί από το οπτικό της πεδίο.
Οι λαμαρίνες έφυγαν.
Οι εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης ολοκληρώθηκαν και το Αλκαζάρ είναι πλέον ξανά ορατό σε όλο του το μέγεθος.
Για μια πόλη που έχει περάσει μεγάλο μέρος της σύγχρονης ιστορίας της πίσω από εργοτάξια, αυτή η εικόνα έχει κάτι περισσότερο από συμβολικό χαρακτήρα.
10. Τώρα το Αλκαζάρ επιστρέφει στους Θεσσαλονικείς
Και ίσως αυτό να είναι το σημαντικότερο.
Το Αλκαζάρ δεν επιστρέφει απλώς ως ένα «όμορφα ανακαινισμένο παλιό κτίριο».
Επιστρέφει ως χώρος πολιτισμού.
Εικόνα: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΧΗΡΑΣ
Από τον επόμενο μήνα αναμένεται να ανοίξει για το κοινό ως εκθεσιακός χώρος, σε συνεργασία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Θεσσαλονίκης με το MOMus. Η πρώτη έκθεση αναμένεται να είναι αφιερωμένη στην παλιά Θεσσαλονίκη και να παρουσιάσει άγνωστες φωτογραφίες της πόλης από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Και κάπως έτσι, ένα κτίριο που υπήρξε τέμενος, τηλεγραφείο, κινηματογράφος και εμπορικός χώρος αποκτά μια ακόμη χρήση.
Αυτή τη φορά, όμως, η χρήση του αφορά όλους.
Εικόνα: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΧΗΡΑΣ
Γιατί το Αλκαζάρ δεν ανήκει μόνο σε εκείνους που πρόλαβαν το σινεμά του. Δεν ανήκει μόνο στην οθωμανική Θεσσαλονίκη. Δεν είναι μόνο ένα μνημείο που πρέπει να προστατευτεί.
Είναι ένα κομμάτι της πόλης που ξαναμπαίνει στην καθημερινότητά της.
Και ίσως αυτό να είναι το ωραιότερο που μπορεί να συμβεί σε ένα μνημείο. Να πάψει να είναι απλώς κάτι που περνάμε απ’ έξω.
Να μπούμε μέσα, να το κοιτάξουμε από κοντά, να μάθουμε την ιστορία του.
























Σχόλια