Η αντοχή στη διαφωνία

Από το f/b Savas Patsalidis
Παρακολουθώ το πολιτικό σκηνικό και, ομολογώ, νιώθω όλο και μεγαλύτερη απογοήτευση, κάποιες φορές ακόμη και αηδία.

Ο τρόπος με τον οποίο πολιτικοί όλων των παρατάξεων αντιπαρατίθενται, αλλά και η ευκολία με την οποία πολλοί πολίτες και μεγάλο μέρος του δημόσιου λόγου αναπαράγουν αυτή την αρρωστημένη τοξικότητα, διαμορφώνουν μια ατμόσφαιρα που δεν γεννά τίποτε άλλο παρά απέραντη θλίψη και, συχνά, οργή.

Είμαι ένας φορολογούμενος πολίτης που εισπνέει, θέλοντας και μη, τις αναθυμιάσεις αυτού του αποκρουστικού κλίματος.

Δεν είμαι πολιτικός ούτε πολιτικός αναλυτής. Είμαι όμως και άνθρωπος του θεάτρου. Γι’ αυτό θα επιχειρήσω να σχολιάσω πολύ σύντομα όσα συμβαίνουν, αντλώντας ιδέες και σκέψεις από τον χώρο που γνωρίζω καλύτερα.

Υπάρχει μια φράση για το θέατρο που, κατά τη γνώμη μου, λέει περισσότερα για τη δημοκρατία απ’ όσα λένε οι πολιτικές αντιπαραθέσεις:

«Μια παράσταση δεν έχει ανάγκη τη συμφωνία του κοινού. Έχει ανάγκη μόνο την παρουσία του μέχρι το τέλος. Γιατί μόνο όταν μένουμε μαζί, η διαφωνία μπορεί να μετατραπεί σε εποικοδομητικό διάλογο.»

Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο παραγνωρισμένες δημοκρατικές λειτουργίες του θεάτρου: η αντοχή του στη διαφωνία. Η δυνατότητα να συνυπάρχουν διαφορετικές φωνές, απόψεις και εκτιμήσεις στον ίδιο χώρο, να ακούγονται χωρίς να ακυρώνει η μία την άλλη και έτσι να ολοκληρώνεται η κοινή εμπειρία.

Σε μια εποχή, λοιπόν, όπου ο δημόσιος λόγος κυριαρχείται από πόλωση, βεβαιότητες, διχαστική ρητορική, μίση, συναισθηματικές ηθικολογίες, ξερολισμούς, αναθεματισμούς, εξοστρακισμούς, βολικές παραποιήσεις της ιστορίας και αμοιβαίους αποκλεισμούς, το θέατρο μάς υπενθυμίζει κάτι ουσιαστικό: ότι η δημοκρατία δεν προϋποθέτει ομοφωνία. Προϋποθέτει την ικανότητα να ακούμε, να διαφωνούμε και, παρ’ όλα αυτά, να παραμένουμε στον ίδιο δημόσιο χώρο ως ενεργές παρουσίες.

Προφανώς, οι κοινωνίες δεν προχωρούν όταν όλοι σκέφτονται το ίδιο. Προχωρούν όταν οι διαφωνίες μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να καταστρέφουν τον κοινό τόπο. Κάτι που, δυστυχώς, δεν συμβαίνει στον τόπο μας.

Και επειδή όλοι οι πολιτικοί μιλούν για το αύριο του τόπου, για το μέλλον, το θέατρο είναι και πάλι ένα καλό παράδειγμα.

Το μέλλον του θεάτρου δεν εξαρτάται μόνο από την ποιότητα των έργων του ούτε από τις τεχνολογίες που χρησιμοποιεί, αλλά από την ικανότητά του να διατηρεί ζωντανούς εκείνους τους θεσμούς που επιτρέπουν σε μια κοινωνία να συναντά δημόσια, και με τρόπο ευεργετικό, τον εαυτό της.

Ίσως αυτό να είναι και ένα μάθημα για την πολιτική που διαρκώς μελλοντολογεί.

Και κάτι ακόμη.

Συνηθίζουμε να λέμε ότι οι πολιτικοί «παίζουν θέατρο». Είναι μια εύκολη αλλά βαθιά άδικη, πολύ άδικη φράση. Το θέατρο είναι πολύ πιο απαιτητική και αληθινή τέχνη.

Ο ηθοποιός δεν προσποιείται για να εξαπατήσει. Προσποιείται για να αποκαλύψει. Δανείζεται ένα ψέμα, ώστε ο θεατής να συναντήσει μια βαθύτερη αλήθεια.

Ο πολιτικός, αντίθετα, δεν καλείται να υποδυθεί. Δεν είναι η δουλειά του αυτή. Καλείται να πείσει χωρίς να υποκρίνεται, να συγκρούεται χωρίς να ευτελίζει τον αντίπαλο και να υπηρετεί το κοινό συμφέρον χωρίς να μετατρέπει την πολιτική σε παράσταση.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι οι περισσότεροι (για να αποφύγω τον πειρασμό να πω όλοι, γιατί κάπου ίσως και να κρύβονται κάνα δυο εξαιρέσεις) πολιτικοί «παίζουν θέατρο». Είναι ότι δεν έχουν καταλάβει ποτέ τι πραγματικά είναι το θέατρο. Και εννοώ πάντα το καλό και ευεργετικό θέατρο (γιατί υπάρχουν και οι άθλιες εκδοχές του).

Υπάρχει όμως και μια δυσάρεστη αλήθεια που αφορά όλους μας.

Οι πολιτικοί δεν έρχονται από κάποιον άλλο κόσμο. Βγαίνουν από τον δικό μας. Από τα σπλάχνα του. Είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που, πολύ συχνά, επιβραβεύει τον φανατισμό αντί την εποικοδομητική σκέψη, τη βεβαιότητα αντί την ευεργετική αμφιβολία, την υψωμένη φωνή αντί το επιχείρημα και το θέαμα αντί την ουσία.

Και αποτολμώ μια υπόθεση επιστημονικής φαντασίας: Αν, έστω και για μια στιγμή, μια στιγμή μόνο, έπεφταν όλες οι μάσκες του δημόσιου βίου, ίσως να μη βλέπαμε μόνο το πρόσωπο των πολιτικών. Ίσως να αντικρίζαμε και το δικό μας.

Γιατί, ας το θυμόμαστε αυτό: οι μάσκες, στο θέατρο, υπάρχουν για να αποκαλύπτουν τον Άνθρωπο, σε όλες τις εκδοχές του (καλές και κακές). Στην πολιτική συχνά χρησιμοποιούνται για να τον κρύβουν επιμελώς. Και όσο χειροκροτούμε αυτή την παράσταση, δεν είμαστε απλοί θεατές. Είμαστε μέρος του θιάσου.

Που σημαίνει πολύ απλά, ότι η δημοκρατία δεν γράφεται μόνο στη σκηνή της Βουλής. Γράφεται και στην πλατεία. Και στην πλατεία δεν καθόμαστε μόνο για να χειροκροτούμε ή να αποδοκιμάζουμε· συμμετέχουμε.

Γιατί κάθε φορά που επιλέγουμε τη βεβαιότητα αντί της δημιουργικής αμφιβολίας, τον φανατισμό αντί του υγιούς διαλόγου ή την ευκολία της αγανάκτησης αντί της ευθύνης του επιχειρήματος, δεν παρακολουθούμε απλώς το έργο. Το συνυπογράφουμε.

Και ίσως το πιο δύσκολο μάθημα της δημοκρατίας είναι αυτό: ότι δεν υπάρχουν αθώοι θεατές. Μόνο συν-δημιουργοί ενός έργου που μας επιστρέφει πάντα αυτό ακριβώς που του δίνουμε. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Σχόλια