Μετ-αν-ασταναπάν

 Pt. a. Η βαλίτσα.

Από το www.exostispress.gr / Κατερίνα Κυριακού
Κι ήταν εκείνη τη στιγμή που θα έκλεινα την τελευταία βαλίτσα... 

Είχα μαζέψει από πριν ήλιο, μπόλικο ελληνικό ήλιο. Να έχω, να μου ζεσταίνει ψυχή, καρδιά και νου όσο θα είμαι μακριά. Να έχω να ζεσταίνω τις ψυχές των άλλων, γιατί εκεί που πήγαινα μου είπαν έχει όλο κρύα. Και παγωμάρα. 
Πραγματικά δεν ξέρω τι έβαλαν οι υπόλοιποι σαν πρόκαμαν να φύγουν από τον ευλογημένο τούτο τόπο: Ρούχα ζεστά, πυζάμες, τα απαραίτητα. 

Εγώ βάλθηκα να γεμίζω ήλιο και φωτογραφίες. 
Φωτογραφίες που τράβηξα όταν καθόμασταν στην ταβέρνα με φίλους και γελάγαμε ξένοιαστα τα καλοκαίρια. Φωτογραφίες να λιώνουμε στον ήλιο, αποτελειωμένοι από την προηγούμενη νύχτα πάνω στην αμμουδιά.

Να μαζευόμαστε παρέα στην ακτή, να χαζεύουμε το ηλιοβασίλεμα. Να σκαρφαλώνουμε σε ένα βράχο, να βουτάμε στα κρύα, καθαρά κρύσταλλα και να κουρνιάζουμε το κορμί στον πλάτανο, εκεί, δίπλα στη βάθρα. Να ανάβουμε τις νύχτες φωτιά και να κοιμόμαστε μιλώντας με τα αστέρια.
Φωτογραφίες που χοροπηδούσαμε εκστασιασμένοι σε κάποια συναυλία, σε ένα πάρτυ, με τις μπύρες να αφροχύνονται από τα πλαστικά ποτήρια. Δεν το ξέρανε οι φίλοι, μα όλο αυτόν τον καιρό, τον καιρό πριν φύγω, έκανα εσωτερικά κλικ, πάνω στα αγαπημένα τους πρόσωπα. Χάραζα μέσα στο νου μου αυλάκια γεμάτα γάργαρα γέλια, μουσικές και μυρωδιές από όλα όσα γευόμασταν παρέα. 
Και μετά έβγαζα πάλι φωτογραφίες από μια πόλη που αλλάζει πρόσωπα κάθε μέρα, μέσα από το παράθυρο του λεωφορείου που διασχίζει την παραλιακή νύχτα με ομίχλη, από το παράθυρο του αυτοκινήτου που έβγαινε χορεύοντας σε κύκλους ο καπνός μέσα στην κίνηση της Τσιμισκή καταμεσήμερο, από το μπαλκόνι του σπιτιού το πρωί, που έβγαινε η θεία να μάσει τη μπουγάδα... αυτή η πόλη που ερωτεύτηκα και δεν άφησα, ούτε για να πάω μέχρι την επαγγελματική ανέλιξη που μου πρόσφερε η Αθήνα, με τα χίλια πρόσωπα και τα επτά χιλιάδες πέπλα που φορά, ίσα-ίσα για να σε κάνει να την ερωτεύεσαι ξανά και ξανά και ξανά.

Ένα μωσαϊκό κόσμου. Τι κόσμος, Θέε μου! Που πάει πάνω-κάτω ασταμάτητα, χαμένος ανέμελα στο χώρο και στο χρόνο, εκεί που ραδιοψιθύριζα τις νύχτες ότι μπορείς να αφουγκραστεις την καρδιά της: Στα πλακόστρωτα, κάτω στα γρασίδια και με ένα slide πάνω στα παγκάκια, κατηφορίζοντας από τα κάστρα στην Καμάρα, χορεύοντας από τη Ροτόντα στον Λευκο Πύργο, και κάνοντας από εκεί πετάλι, ντουγρού για την πλατεία Αριστοτέλους. 


Όλα αυτά τα χώρεσα στη βαλίτσα. Μα τα λόγια πολλές φορές δεν χωράνε στις λέξεις. Ούτε τα συναισθήματα, ούτε τα χρώματα του ουρανού, ούτε ο παφλασμός της θάλασσας, ούτε η μυρωδιά από το χώμα σαν βρέξει, ούτε τίποτα, τίποτα, τίποτα! Όσα η καρδιά και η ψυχή έχει μέσα, σπάνια μπορούν με επιτυχία να βρουν το μαύρο δρόμο τους πάνω στο λευκό φόντο ενός χαρτιού κι ενός κειμενογράφου. Κι από χείλια να διαβαστούν κι από εκεί μέσα στον άλλον να περάσουν.


Όσο εγώ ετοίμαζα την βαλίτσα, οι άλλοι δεν το ξέρανε, μα εγώ τους άκουγα προσεκτικά να μιλούν και να σχεδιάζουν τις επόμενες μέρες τους, στη ζωή που θα συνεχιζότανε, στον τόπο που γεννήθηκα, μεγάλωσα και αγάπησα, χωρίς εμένα. 
Βάσταξα. Είπα δεν θα κλάψω. Για όλα όσα αγαπώ και άφηνα, για όλα όσα κατάφερα και τόσο ‘εύκολα’ πέταξα, για όλα όσα θα γινότανε μετά από εμένα, χωρίς εμένα. 
Έκλεισα τη βαλίτσα. Την απόφαση την είχα πάρει καιρό τώρα. Δεν έχω χρόνο για τη φτιαχτή, την απατηλή κρίση σας μεσιέ! Δεν αντέχω να βλέπω να ξεπουλάτε τον τόπο μου και να τρώτε αδηφάγα τα κεφάλια από τα παιδιά μου, τα παιδιά μας!!! κι εμένα. Δεν θα κλάψω. Το κεφάλι έμαθα να κρατώ ψηλά και να κοιτώ κατάματα τον ήλιο, τα αστέρια. Η γη όλη, μια Ελλάδα θα γίνει για μένα. Θα πετάξω. Θα ζήσω. Και για πρώτη φορά στη ζωή μου: και για όλους εμάς, αλλά και για μένα...

Σχόλια